ευρυσθενής

Όνομα μυθολογικών προσώπων. 1. Ένας από τους γιους του Αιγύπτου, που σκοτώθηκε από τη Δαναΐδα σύζυγό του, Μνήστρα. 2. Ένας από τους επτά Αθηναίους νέους που διασώθηκαν από τον Θησέα, μετά τον φόνο του Μινώταυρου. 3. Γιος του Ηρακλείδη Αριστόδημου, από την κόρη του Αρεία, Αυτεσίωνα, δίδυμος αδελφός του Προκλή, με τον οποίο συμβασίλεψε στη Λακεδαίμονα.
* * *
εὐρυσθενής, -ές (Α)
1. (και ως επίθ. τού Διός, τού Απόλλωνος, τού Τελαμώνος) αυτός που έχει μεγάλο σθένος, ο πανίσχυρος
2. αυτός που παρέχει σθένος, που δίνει δύναμη («πλοῡτος εὐρυσθενής», Πίνδ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < ευρυ-* + -σθενής (< σθένος)].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • Εὐρυσθένης — masc acc pl (attic epic doric) Εὐρυσθένης masc nom/voc pl (doric aeolic) Εὐρυσθένης masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐρυσθενής — of far extended might masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐρυσθενῆ — εὐρυσθενής of far extended might neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) εὐρυσθενής of far extended might masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) εὐρυσθενής of far extended might masc/fem acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Εὐρυσθένει — Εὐρυσθένης masc nom/voc/acc dual (attic epic) Εὐρυσθένεϊ , Εὐρυσθένης masc dat sg (epic ionic) Εὐρυσθένης masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐρυσθενεῖ — εὐρυσθενής of far extended might masc/fem/neut nom/voc/acc dual (attic epic) εὐρυσθενής of far extended might masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐρυσθενέα — εὐρυσθενής of far extended might neut nom/voc/acc pl (epic ionic) εὐρυσθενής of far extended might masc/fem acc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐρυσθενές — εὐρυσθενής of far extended might masc/fem voc sg εὐρυσθενής of far extended might neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Εὐρυσθένη — Εὐρυσθένης masc nom/voc/acc dual (doric aeolic) Εὐρυσθένης masc acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Еврисфен — (Εύρυσθένης) сын Гераклида Аристодема, одного из предводителей дорийцев во время их переселения на Пелопоннес. По Геродоту (VI, 52), спартанцы полагали, что Лаконика досталась Аристодему, тогда как поэты, а за ними и поздние историки говорят, что …   Энциклопедический словарь Ф.А. Брокгауза и И.А. Ефрона

  • εὐρυσθενοῦς — εὐρυσθενής of far extended might masc/fem/neut gen sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.